Είδαμε την παράσταση «Εκείνος που έκλεψε τη μέρα και πλήρωσε τη νύχτα» στο θέατρο Βασιλάκου

Είδαμε την παράσταση «Εκείνος που έκλεψε τη μέρα και πλήρωσε τη νύχτα» στο θέατρο Βασιλάκου

 Ο Γκέοργκ Κάιζερ υπήρξε από τις πιο ανήσυχες και ριζοσπαστικές φωνές του γερμανικού εξπρεσιονισμού, ένας συγγραφέας που έβαλε στο μικροσκόπιο τον σύγχρονο άνθρωπο την ώρα ακριβώς που αυτός διαλύεται από την πίεση του χρήματος, της εξουσίας και της ψευδαίσθησης της ελευθερίας.

Στο Von morgens bis mitternachts (1912), ο Κάιζερ αφηγείται την εκρηκτική διαδρομή ενός «κανονικού» ανθρώπου που, μέσα σε μία μόνο μέρα, επιχειρεί να σπάσει τα δεσμά της καθημερινότητας — για να ανακαλύψει πως το αδιέξοδο δεν είναι έξω από τον κόσμο, αλλά βαθιά μέσα του.

Το έργο απαγορεύτηκε από τους γερμανικούς μηχανισμούς λογοκρισίας για λόγους που δεν αποσαφηνίστηκαν ποτέ πλήρως. Παρά ταύτα, μεταγενέστερες και σύγχρονες αναφορές συμφωνούν ότι δεν περιείχε στοιχεία ανηθικότητας ή αναρχικής προπαγάνδας, γεγονός που ενισχύει την αίσθηση πως η απαγόρευση σχετίστηκε περισσότερο με τη ριζοσπαστική του ματιά και τη βαθιά του κριτική στην κοινωνική κανονικότητα, παρά με το περιεχόμενό του καθαυτό.
Το εξπρεσιονιστικό θέατρο δεν ενδιαφέρεται να αναπαραστήσει την πραγματικότητα, αλλά να την παραμορφώσει ώστε να αποκαλύψει την εσωτερική αλήθεια του ανθρώπου. Οι χαρακτήρες λειτουργούν ως σύμβολα, οι καταστάσεις ως κραυγές, και η σκηνή γίνεται χώρος ψυχικής σύγκρουσης, όχι αφήγησης.

Ένας ταμίας τράπεζας, παγιδευμένος στη μηχανική της καθημερινότητας, παρασύρεται από την εμφάνιση μιας μυστηριώδους γυναίκας και αποφασίζει να ρισκάρει τα πάντα. Κλέβει χρήματα από το ταμείο της δουλειά του, εγκαταλείπει τη ζωή του και ξεκινά μια απελπισμένη περιπλάνηση ανάμεσα στον έρωτα, το χρήμα και την πίστη, αναζητώντας νόημα. Η μέρα της απόδρασης, όμως, καταλήγει σε μια νύχτα σκληρής αυτογνωσίας, όπου αποκαλύπτεται πως το κενό δεν γεμίζει — απλώς αποκαλύπτεται.
Ιδιαίτερα αξιοσημείωτη είναι η στιγμή όπου ο υπάλληλος ομολογεί στη σύζυγό του πως βρισκόταν «στο νεκροταφείο, μέσα σε έναν τάφο απ’ όπου μόλις βγήκε». Η φράση λειτουργεί αποκαλυπτικά: μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν ουσιαστικά νεκρός και η πράξη της φυγής δεν είναι παρά μια απέλπιδα προσπάθεια να ζήσει — έστω και καθυστερημένα.

Οι κεντρικοί ρόλοι του έργου δεν λειτουργούν ως πλήρως ανεπτυγμένοι χαρακτήρες, αλλά ως μορφές–σύμβολα. Η Ιταλίδα μητέρα ενός νεαρού που επιθυμεί να αποκτήσει έναν πίνακα του Κράναχ, ο υπάλληλος της τράπεζας —πυρήνας της αφήγησης—, οι κόρες, η μητέρα και η σύζυγός του, οι πόρνες, οι τραπεζικοί υπάλληλοι, ένα κορίτσι, οι αξιωματικοί και οι υπόλοιπες φιγούρες συνθέτουν ένα πολυφωνικό κοινωνικό τοπίο. Καθεμία από αυτές τις μορφές εκπροσωπεί μια διαφορετική όψη της εξουσίας, της επιθυμίας, της υποκρισίας ή της ματαίωσης, λειτουργώντας ως σταθμοί στη διαδρομή της υπαρξιακής κατάρρευσης του ήρωα.

Ο Θωμάς Μοσχόπουλος μαζί με την πολύτιμη βοήθεια του Μάριου Κακουλλή, προσεγγίζει τον Κάιζερ με τόλμη και διαύγεια, μετατρέποντας το εξπρεσιονιστικό υλικό σε έναν σκηνικό εφιάλτη με σαρκασμό, ρυθμό και μια σχεδόν επικίνδυνη επικαιρότητα. Η παράσταση κινείται αριστοτεχνικά ανάμεσα στο γκροτέσκο και το υπαρξιακό, θυμίζοντάς μας πως ο άνθρωπος μπορεί να αλλάξει ρόλους, χώρους και ταχύτητες — αλλά όχι εύκολα νόημα.
Ο Ορφέας Αυγουστίδης παραδίδει μια ερμηνεία σωματική, εκτεθειμένη και βαθιά ανθρώπινη, ενσαρκώνοντας έναν (αντι)ήρωα που τρέχει μανιωδώς για να ξεφύγει από το κενό, μόνο και μόνο για να πέσει μέσα του. Δίπλα του, η Ευγενία Σαμαρά λειτουργεί σαν πολλαπλός καθρέφτης επιθυμίας, ειρωνείας και πρόκλησης, αλλάζοντας πρόσωπα και σημασίες με ακρίβεια και θεατρική ευφυΐα.
Οι υπόλοιποι ηθοποιοί —Κόκκινος, Μπακογιάννης, Πλεμμένος και Σαμψαλάκης— συγκροτούν έναν συλλογικό μηχανισμό που άλλοτε πιέζει και άλλοτε χλευάζει τον ήρωα, σαν κοινωνία σε μόνιμη κρίση ταυτότητας.

Η εικαστική πρόταση του Βασίλη Παπατσαρούχα δεν συνοδεύει απλώς την παράσταση, αλλά τη σκέφτεται: σκηνικά, κοστούμια και videos συνθέτουν έναν κόσμο που μοιάζει ταυτόχρονα γνώριμος και εφιαλτικά ξένος. Μεγάλο συν της παράστασης η εικαστική σύνθεση με τις πολλές οθόνες, που συμπυκνώνει με ευστοχία τον πυρήνα του έργου: έναν κόσμο ρευστό, αποσπασματικό και υπαρξιακά ασταθή, όπου το φως και το σκοτάδι δεν εναλλάσσονται απλώς, αλλά συγκρούονται. Λειτουργεί ως οπτικό προοίμιο της παράστασης, προϊδεάζοντας τον θεατή για τη διάλυση της κανονικότητας και την επικείμενη εσωτερική ρήξη.

Η μουσική του Δήμου Βρύζα, η κίνηση της Ζωής Χατζηαντωνίου και οι φωτισμοί του Νίκου Βλασόπουλου συνεργούν σε ένα σκηνικό σύμπαν που πάλλεται, πιέζει και τελικά απογυμνώνει τον θεατή. Τέλος, η συμβολή της Στέλλας Παγώνη, ως βοηθού σκηνογράφου και ενδυματολόγου, αποδεικνύεται καθοριστική στη λεπτομέρεια: μέσα από τη φροντίδα της υλικής και αισθητικής συνοχής, ενισχύει τη λειτουργικότητα του σκηνικού κόσμου και υποστηρίζει αθόρυβα αλλά αποτελεσματικά τη συνολική εικαστική ταυτότητα της παράστασης.
Το «Εκείνος που έκλεψε τη μέρα και πλήρωσε τη νύχτα» δεν προσφέρει απαντήσεις — και αυτό είναι το μεγαλύτερό του πλεονέκτημα. Φεύγεις με την αίσθηση ότι κάτι σε ακολουθεί: μια ερώτηση για το τι πραγματικά αξίζει να «κλέψεις» στη ζωή και τι, αργά ή γρήγορα, θα πληρώσεις στο σκοτάδι.

https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/ekeinos-pou-eklepse-ti-mera-plirose-ti-nyxta/

 

Επιλέξτε Θέατρο

Θέατρο

Επιλέξτε Παράσταση

Παράσταση

Σύνθετη Αναζήτηση

Είδος

Ημέρα

Περιοχή

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

Banner Ελευσίνια Μυστίρια Φεστιβαλ Ηλιουπολης 1

« Απρίλιος 2026 »
Δευ Τρί Τετ Πέμ Παρ Σάβ Κυρ
    1 2 3 4 5
6 7 8 9 10 11 12
13 14 15 16 17 18 19
20 21 22 23 24 25 26
27 28 29 30      

ΘΕΑΤΡΟ.GR Τα πάντα για το Θέατρο

Θέατρο Παραστάσεις: Όλος ο κόσμος του Θεάτρου στην οθόνη σου! Παραστάσεις, κριτικές, συνέντευξεις, διαγωνισμοί κ.α.

O ιστότοπος μας χρησιμοποιεί cookies για βελτιστοποίηση της εμπειρίας του χρήστη. Με τη χρήση αυτού του ιστοτόπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies.