Διαβάσαμε το βιβλίο "Χρόνου ραγίσματα" της Έλλης Διακογιάννη
Το τρίτο προσωπικό βιβλίο της Έλλης Διακογιάννη, είναι μια χειμαρρώδης εξομολόγηση, μια ανοιχτή πληγή που αναπνέει πάνω στο χαρτί. Ένα βιβλίο που κοιτά κατάματα το σκοτάδι για να μπορέσει να μιλήσει για το φως. Γιατί εδώ το φως δεν είναι ποτέ αθώο κουβαλά μέσα του σκιές. Κι αντίστοιχα, το σκοτάδι δεν είναι απόλυτο. Μέσα του τρεμοπαίζει πάντα μια σπίθα αγάπης, μνήμης, συγχώρεσης.
Η συγγραφέας γράφει για τον πατέρα της σαν να τον αναζητά ακόμη. Στα τραγούδια του Αττίκ, στις παλιές σιωπές, στις αποστάσεις που γεννούν οι γενιές. Δύο ολόκληρες εποχές χώριζαν την ηρωίδα από εκείνον κι όμως το αίμα επέμενε να ζητά απαντήσεις. Μπορούν άραγε οι δεσμοί αίματος να μας κάνουν πραγματικά να γνωρίσουμε έναν άνθρωπο; Ή μήπως κάποιες φορές πενθούμε τους δικούς μας πολύ πριν πεθάνουν; Πώς είναι να σου λείπει κάποιος που ζει λίγα τετράγωνα μακριά σου; Και πώς είναι όταν τελικά φεύγει οριστικά από τη ζωή;
Αυτό το βιβλίο δεν δίνει εύκολες απαντήσεις. Αντίθετα, ανοίγει το κουτί της Πανδώρας και αφήνει να ξεχυθούν εικόνες, μυρωδιές, θραύσματα αναμνήσεων, πίκρες και ανείπωτες ενοχές. Η απουσία εδώ μοιάζει σχεδόν “με κρατική σφραγίδα” — ψυχρή, επίσημη, αμετάκλητη. Κι όμως, μέσα από τα φλας μπακ στο νοσοκομείο, στην κηδεία, στα ταξίδια που έγιναν ή δεν έγιναν ποτέ, η συγγραφέας καταφέρνει να μετατρέψει το προσωπικό πένθος σε συλλογική εμπειρία.
Συγκλονιστική είναι και η λεπτομέρεια με την οποία δείχνει πως οι άνθρωποι δεν φεύγουν ποτέ ολοκληρωτικά. Τα αντικείμενά τους παραμένουν εκεί, στοιχειώνουν τα όνειρα και τη σκέψη μας, κρατούν τη φωνή τους ζωντανή.
Η γλώσσα της συγγραφέως είναι ωμή, άκρως γλαφυρή αλλά συνάμα και ποιητική. Γράφει σαν άνθρωπος που δεν έχει άλλη επιλογή από το να γράψει για να επιβιώσει.
«Η κόρη του γράφει το δεύτερο βιβλίο της γι’ αυτόν. Μόνο γράφοντας μπορεί να τον καταλαβαίνει».
Μέσα σε μία μόνο φράση χωρά όλη η ουσία του βιβλίου: η γραφή της Διακογιάννη είναι μια προσπάθεια συμφιλίωσης με όσα δεν ειπώθηκαν ποτέ.
Ιδιαίτερα δυνατές είναι οι ονειρικές σκηνές όπου τον συναντά ξανά — σχεδόν φαντασματικά — αλλά και οι μικρές φράσεις που καρφώνονται στο μυαλό:
«Κορδέλα γύρω απ’ την καρδιά. Θα μου λείπεις για όσο ζω».
«Καμιά φορά οι ξένοι εμπνέουν περισσότερη εμπιστοσύνη».
Αυτά τα λόγια δεν λειτουργούν απλώς λογοτεχνικά. Λειτουργούν σαν μαχαιριές μνήμης.
Ακόμη και το εξώφυλλο — η ασπρόμαυρη φωτογραφία του πατέρα της ως παιδί — μοιάζει με προμήνυμα. Σαν να μας λέει ότι πριν γίνει απουσία, πριν γίνει πατέρας, πριν γίνει τραύμα, υπήρξε κι εκείνος κάποτε ένα μικρό αγόρι.
Ένα βιβλίο που ψάχνει μέσα σου τις δικές σου απώλειες, τους δικούς σου ανεκπλήρωτους διαλόγους, τις δικές σου σιωπές. Θα το αγαπήσουν όσοι έχουν χάσει, όσοι δεν πρόλαβαν να πουν “σ’ αγαπώ”, όσοι κουβαλούν μέσα τους οικογενειακές πληγές που δεν έκλεισαν ποτέ. Μια εμπειρία που δεν πρέπει να χάσετε. Σίγουρα στη γραφή της θα βρείτε τα κομμάτια σας.
Και όταν φτάσεις στην τελευταία σελίδα, μένει αυτή η αίσθηση:
Κάτι τελείωσε. Κάτι έληξε. Κατ-έληξε.
Κάτι όμως μέσα της συνεχίζει ακόμη να χτυπά.

